Πώς να προφέρετε "alibi"
Η "Alibi" προφέρεται στα Γερμανός.
Η "alibi" προφέρεται στα Γερμανός.
Η "alibi" προφέρεται στα Αγγλικά.
Η "alibi" προφέρεται στα Φινλανδικός.
Η "alibi" προφέρεται στα γαλλική γλώσσα.
Η "alibi" προφέρεται στα Ινδονήσιος.
Η "alibi" προφέρεται στα Ιταλικός.
Η "alibi" προφέρεται στα Ολλανδός.
Η "alibi" προφέρεται στα Στίλβωση.
Η "alibi" προφέρεται στα Pουμανικός.
Η "alibi" προφέρεται στα Σλοβενικά.
Η "Alibi" προφέρεται στα Σλοβενικά.
Προσθέστε τη δική σας προφορά του "alibi"
Σημαίες και ορισμοί του "alibi"
- Noun
(law) a defense by an accused person purporting to show that he or she could not have committed the crime in question
Συνώνυμα:
- Noun
a defense of some offensive behavior or some failure to keep a promise etc.; "he kept finding excuses to stay"; "every day he had a new alibi for not getting a job"; "his transparent self-justification was unacceptable"
Συνώνυμα:
- Verb