Πώς να προφέρετε "basic"
Η "Basic" προφέρεται στα Catalan.
Η "basic" προφέρεται στα Catalan.
Η "BASIC" προφέρεται στα Γερμανός.
Η "basic" προφέρεται στα Γερμανός.
Η "basic" προφέρεται στα Αγγλικά.
Η "BASIC" προφέρεται στα Αγγλικά.
Η "Basic" προφέρεται στα Αγγλικά.
Η "BASIC" προφέρεται στα Φινλανδικός.
Η "basic" προφέρεται στα Φινλανδικός.
Η "BASIC" προφέρεται στα γαλλική γλώσσα.
Η "basic" προφέρεται στα γαλλική γλώσσα.
Η "BASIC" προφέρεται στα Κροατία.
Η "basic" προφέρεται στα Κροατία.
Η "basic" προφέρεται στα Ιταλικός.
Η "BASIC" προφέρεται στα Ιταλικός.
Η "basic" προφέρεται στα Ιαπωνικά.
Η "Basic" προφέρεται στα Στίλβωση.
Η "BASIC" προφέρεται στα Στίλβωση.
Η "basic" προφέρεται στα Στίλβωση.
Η "Basic" προφέρεται στα Πορτογαλικά.
Η "BASIC" προφέρεται στα Πορτογαλικά.
Η "basic" προφέρεται στα Πορτογαλικά.
Η "Basic" προφέρεται στα Pουμανικός.
Η "basic" προφέρεται στα Pουμανικός.
Η "basic" προφέρεται στα Σλοβενικά.
Προσθέστε τη δική σας προφορά του "basic"
Σημαίες και ορισμοί του "basic"
- Noun
a popular programming language that is relatively easy to learn; an acronym for beginner's all-purpose symbolic instruction code; no longer in general use
Συνώνυμα:
- Noun
- Adjective
pertaining to or constituting a base or basis; "a basic fact"; "the basic ingredients"; "basic changes in public opinion occur because of changes in priorities"
Συνώνυμα:
- Adjective
- Adjective
serving as a base or starting point; "a basic course in Russian"; "basic training for raw recruits"; "a set of basic tools"; "an introductory art course"
Συνώνυμα:
- Adjective