Πώς να προφέρετε "moral"
Η "moral" προφέρεται στα Catalan.
Η "moral" προφέρεται στα Δανέζικα.
Η "Moral" προφέρεται στα Γερμανός.
Η "moral" προφέρεται στα Γερμανός.
Η "moral" προφέρεται στα Αγγλικά.
Η "moral" προφέρεται στα γαλλική γλώσσα.
Η "moral" προφέρεται στα Galician.
Η "moral" προφέρεται στα Κροατία.
Η "moral" προφέρεται στα Ινδονήσιος.
Η "moral" προφέρεται στα Νορβηγός.
Η "moral" προφέρεται στα Πορτογαλικά.
Η "Moral" προφέρεται στα Πορτογαλικά.
Η "moral" προφέρεται στα Pουμανικός.
Η "moral" προφέρεται στα Ισπανικά.
Η "moral" προφέρεται στα Σουηδικά.
Η "moral" προφέρεται στα Τουρκικά.
Προσθέστε τη δική σας προφορά του "moral"
Σημαίες και ορισμοί του "moral"
- Noun
- Adjective
concerned with principles of right and wrong or conforming to standards of behavior and character based on those principles; "moral sense"; "a moral scrutiny"; "a moral lesson"; "a moral quandary"; "moral convictions"; "a moral life"
Συνώνυμα:
- Adjective
psychological rather than physical or tangible in effect; "a moral victory"; "moral support"
Συνώνυμα: