Πώς να προφέρετε "oral"
Η "oral" προφέρεται στα Catalan.
Η "oral" προφέρεται στα Δανέζικα.
Η "oral" προφέρεται στα Γερμανός.
Η "oral" προφέρεται στα Αγγλικά.
Η "Oral" προφέρεται στα Αγγλικά.
Η "oral" προφέρεται στα γαλλική γλώσσα.
Η "oral" προφέρεται στα Galician.
Η "oral" προφέρεται στα Ινδονήσιος.
Η "oral" προφέρεται στα Νορβηγός.
Η "oral" προφέρεται στα Πορτογαλικά.
Η "oral" προφέρεται στα Pουμανικός.
Η "oral" προφέρεται στα Ισπανικά.
Η "oral" προφέρεται στα Τουρκικά.
Προσθέστε τη δική σας προφορά του "oral"
Σημαίες και ορισμοί του "oral"
- Noun
- Adjective
- Adjective
of or relating to or affecting or for use in the mouth; "oral hygiene"; "an oral thermometer"; "an oral vaccine"
Συνώνυμα:
- Adjective
- Adjective
a stage in psychosexual development when the child's interest is concentrated in the mouth; fixation at this stage is said to result in dependence, selfishness, and aggression
Συνώνυμα: