Πώς να προφέρετε "wick" (Αγγλικά)

  • Φωνή

    Ακούστε

    Ψηφοφορίες

  • wick  in  a Male Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Female Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Female Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Female Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Female Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Female Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Female Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Male Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Female Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Female Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Male Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Female Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Male Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0
  • wick  in  a Male Voice
    Η "wick" προφέρεται στα Αγγλικά.
    0
    0

Προσθέστε τη δική σας προφορά του "wick"

Σημαίες και ορισμοί του "wick"

Noun

any piece of cord that conveys liquid by capillary action; "the physician put a wick in the wound to drain it"

Συνώνυμα:

Noun

a loosely woven cord (in a candle or oil lamp) that draws fuel by capillary action up into the flame

Συνώνυμα: